Η δυσανεξία στη λακτόζη οφείλεται στο έλλειμμα της ενζύμου λακτάσης, το οποίο απαιτείται για τον διασπασμό της λακτόζης στα συστατικά της, τα γλυκόζη και γαλακτόζη. Η δυσανεξία στη λακτόζη μπορεί να προκαλείται από διάφορους λόγους, όπως:
-
Πρωτογενή έλλειψη λακτάσης (Primary Lactase Deficiency): Αυτό είναι συχνότερο στην ενηλικίωση και σε ορισμένες πληθυσμιακές ομάδες. Καθώς κάποιοι άνθρωποι γερνούν, η παραγωγή λακτάσης μειώνεται, και έτσι μπορεί να αναπτυχθεί δυσανεξία στη λακτόζη.
-
Δευτερογενής έλλειψη λακτάσης (Secondary Lactase Deficiency): Αυτό μπορεί να συμβεί ως αποτέλεσμα άλλων παθήσεων ή παρενεργειών, όπως η κοιλιακή νόσος, η εντερίτιδα, η παθολογία του λεπτού εντέρου, η λοίμωξη και ορισμένα φαρμακευτικά.
-
Κονγκενική έλλειψη λακτάσης (Congenital Lactase Deficiency): Σπάνια εμφανίζεται από τη γέννηση.
Συμπτώματα δυσανεξίας στη λακτόζη περιλαμβάνουν φούσκωμα, κοιλιακούς πόνους, διάρροια και γαστρεντερική δυσφορία μετά την κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων.
Η διαχείριση περιλαμβάνει συνήθως την περιορισμένη κατανάλωση λακτόζης ή τη χρήση συμπληρωμάτων λακτάσης πριν από τα γεύματα που περιέχουν λακτόζη. Είναι σημαντικό να συμβουλευτείτε τον γιατρό σας για αξιολόγηση και καθοδήγηση στη διαχείριση της δυσανεξίας στη λακτόζη.

